Μιχάλης Πιταροκοίλης

Εγώ, ο Μιχάλης Πιταροκοίλης γεννημένος και αναθρεμμένος στον Άγιο Νικόλαο της Κρήτης, καλούμαι από ευθύνη και ειλικρίνεια απέναντι στο πρόσωπό μου, στο πρόσωπο των αγαπημένων μου ανθρώπων, στο πρόσωπο της ανθρωπότητας που υπάρχει σήμερα, αλλά και αυτής που ονειρεύομαι να υπάρξει και στο πρόσωπο της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας όπως αυτή συγκροτείται σήμερα, να επικαλεστώ του λόγους για τους οποίους δεν είμαι ικανός και αρνούμαι να ενταχθώ σε οποιεσδήποτε Ένοπλες Δυνάμεις ή Σώματα Ασφαλείας, να διδαχτώ την χρήση εργαλείων και μεθόδων άσκησης βίας σε συνανθρώπους μου, να απεμπολήσω με την συγκατάθεσή μου την ελευθερία της έκφρασης της άποψής μου για οσοδήποτε χρονικό διάστημα, παρόλο που οι νόμοι της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας ορίζουν κάτι τέτοιο υποχρέωσή μου ως πολίτης αυτής.

Ζητάω να αναγνωριστώ από την Γ’ Ελληνική Δημοκρατία ως αντιρρησίας συνείδησης όπως αυτή ορίζει με νόμους της σήμερα και να εκπληρώσω υπηρεσία με χαρακτήρα που δεν αποσκοπεί στην δημιουργία μηχανισμών με σκοπό την βίαιη επίλυση διαφωνιών ανάμεσα σε ομάδες ανθρώπων, αλλά αποσκοπεί στην συγκρότηση μιας κοινωνίας αλληλέγγυας, ειρηνιστικής, δημοκρατικής και πολιτισμένης, εκπληρώνοντας την πραγματική μου υποχρέωση όπως ορίζουν οι αρχές μου, προς τον εαυτό μου, την ανθρωπότητα στο σύνολό της και την Ελληνική Δημοκρατία.

Οι λόγοι οι οποίοι με εμποδίζουν και καθιστούν ηθικά αδύνατη την ένταξή μου σε Ένοπλες Δυνάμεις ή Σώματα Ασφαλείας, πηγάζουν από τον τρόπο που σκέφτομαι και πράττω, τον τρόπο που ζω. Πηγάζουν από την ανάγκη να διατηρήσω αξίες και αρχές που χαρακτηρίζουν το ποιόν μου ως άνθρωπο και ως ύπαρξη. Η ένταξή μου και η εκπλήρωση υπηρεσίας σε μηχανισμούς που αποδέχονται και κάνουν πράξη την βία, και μάλιστα την προμελετημένη βία, ως μέσο επίλυσης διαφωνιών, βρίσκει απέναντί της αντιλήψεις μου και βουλές μου που έχω συνειδητά ενστερνιστεί. Η συνειδητή αποδοχή μιας τέτοιας ένταξης, ισοδυναμεί με την απάρνηση πεποιθήσεων ζωτικής σημασίας για τον αυτοπροσδιορισμό μου και ως συνέπεια την εξάλειψη της υπαρξής μου όπως την αντιλαμβάνομαι σήμερα.

Αρχή την οποία έχω συνειδητά ενστερνιστεί είναι η μη χρήση βίας από το πρόσωπό μου, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την υποβάθμιση της αξοπρέπειας της ανθρώπινης ύπαρξης, για οποιονδήποτε λόγο. Ο συνειδητός ενστερνισμός αυτής της αρχής και ως συνέπεια η ανάγκη και υποχρέωσή μου να υποστηρίξω αυτόν τον ενστερνισμό, ήταν και είναι αποτέλεσμα ώριμης σκέψης, επηρεασμένης από την οικογένειά μου και την παιδεία που πήρα από αυτήν την κοινωνία, αλλά πρωτίστως αυτός ο ενστερνισμός πήγασε από την έμφυτη, ως ανθρώπινο κοινωνικό ον, αποστροφή μου για την βία, σε οποιαδήποτε μορφή. Αδυνατώ και αρνούμαι να γίνω συνειδητά η αιτία της υποβάθμισης μιας άλλης ανθρώπινης ύπαρξης.

Η μη χρήση βίας σημάδεψε την παιδική μου ηλικία, καθώς θυμάμαι τον εαυτό μου να αποφεύγει και να θεωρεί αποκρουστικό οποιοδήποτε θέαμα περιλάμβανε την χρήση του ανθρώπινου σώματος με επιθετικό και βίαιο τρόπο ως μοχλό για την κάλπικη επίλυση οποιασδήποτε διαμάχης ή διαφωνίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, είναι η εξύβριση της Παναγίας από συμμαθητή μου στην Α’ Δημοτικού, που παρόλο που σήμερα αυτοπροσδιορίζομαι ως άθεος, τότε το θεώρησα μεγάλη προσβολή και προς εμένα και προς τους υπόλοιπους συμμαθητές μου. Σπρώχνοντας και ρίχνοντας κάτω τον συμμαθητή μου, πέφτοντας από πάνω του, κρατούσα τα χέρια του και του φώναζα να ζητήσει συγνώμη. Η αποστροφή της συνείδησής μου για μια τέτοια αυθόρμητη πράξη, εκφράστηκε μέσα από το κλάμα που με έπιασε εκείνες τις στιγμές, όταν ήμουν ακόμα πάνω από τον συμμαθητή μου, κλάμα το οποίο δήλωνε ντροπή για την πράξη μου. Ντροπή
 
που απαίτησα με αυτόν τον τρόπο, τον βίαιο και υποτιμητικό και για τους δυο μας, την συγνώμη του συμμαθητή μου, μια συγνώμη που ακόμα και αν ερχόταν θα ήταν επισκιασμένη από τον φοβό και τον εξαναγκασμό, κάνοντάς την έτσι ανειλικρινή.

Γύρω στα 10 μου χρόνια ζήτησα από τους γονείς μου να μου αγοράσουν ένα αεροβόλο για να παίζω, υποσχόμενος ότι θα είμαι άκρως προσεκτικός. Θυμάμαι είχα επιμείνει ιδιαίτερα στην απόκτηση εκείνου του παιχνιδιού, αλλά οι γονείς μου δεν μου το αγόρασαν ποτέ, καθώς το θεωρούσαν επικίνδυνο. Αυτό λειτούργησε για μένα ως αφορμή, ώστε να καταλάβω ότι η απόκτηση ενός όπλου από εμένα, για όσο αθώους σκοπούς και αν το ήθελα, μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και για άλλους σκοπούς, κάνοντάς με να μην θέλω να έχω ένα τέτοιο παιχνίδι, όχι πολύ αργότερα. Την ίδια περίοδο θυμάμαι την μητέρα μου να μου αργοράζει μια μπλούζα που είχε πάνω της στάμπα με όπλα. Θυμάμαι ότι παρόλο που ήμουν πολύ εύκολος στο ντύσιμο, χωρίς να δυσανασχετώ για το οτιδήποτε, σε εκείνη την μπλούζα, ασυναίσθητα, της είπα «τα ρούχα μας, εκφράζουν αυτό που είμαστε και εγώ δεν θέλω να φοράω όπλα».

Όντας πολύ ευέξαπτος μικρός, η παρόττρυνση, του πατέρα μου να κατευνάσω το πνεύμα μου και να μάθω να εκφράζω την άποψή μου μέσω του λόγου και να ακούω το διαφορετικό, λειτούργησε ως το πρώτο λάκτισμα της συνειδητής υιοθέτησης της μη χρήσης βίας. Θυμάμαι πολύ συγκεκριμένα αυτήν την συζήτηση, η οποία έγινε όταν ήμουν στην Γ’ Δημοτικού. Καθισμένοι έξω στην βεράντα μας, άκουγα τον πατέρα μου να με συμβουλεύει, πως μόνο μέσω της ηρεμίας και του γαλήνιου διαλόγου, επιτυγχάνεται πραγματικά πρόοδος των ιδεών και του πολιτισμού. Παρόλο που εκείνη την στιγμή δεν καταλάβαινα πολλά, άρχισα να κάνω πράξη όπως είχα ερμηνέψει με το παιδικό μου μυαλό, τα λόγια εκείνα. Αργότερα, μου έγινε αντιληπτή η σημασία του λέξεων αυτών.

Τα αρχαιοελληνικά κείμενα πραγματεύονται το θέμα του πολέμου σε εκτενή βαθμό, και αν μη τι άλλο, δεν θα μπορούσα να μην είχα διδαχθεί κείμενα που αναφέρονται σε πολέμους στο σχολείο. Εντύπωση όμως μου έκανε ο χρησμός της Πυθίας στον Κροίσο, όταν εκείνος ήθελε να πολεμήσει τους Πέρσες. Τον χρησμό αυτόν τον διάβασα στην Α’ Γυμνασίου στις Ιστορίες του Ηρόδοτου, και έλεγε η Πυθία στον Κροίσο ότι όταν θα πολεμήσει του Πέρσες ένα μεγάλο βασίλειο θα χαθεί. Θυμάμαι να ρωτάω την καθηγήτριά μου, όχι για το ποιο βασίλειο θα χαθεί τελικά, αλλά πως γίνεται να μην χάσουν και οι δύο από τον πόλεμο, αφού τόσο αίμα και τόσος θάνατος θα επέλθει και στα δύο βασίλεια. Η απάντηση της καθηγήτριάς μου, ήταν ότι αυτό το ερώτημα είναι για μεγαλύτερες τάξεις. Η απάντηση ήρθε μέσα από το πλέον γνωστό διήγημα του Σαμαράκη, που το γνώρισα κάποια χρόνια αργότερα στο σχολείο. Στο ποίημα «Το Ποτάμι» γράφει ο συγγραφέας: «Όχι, δεν τράβηξε τη σκανδάλη. Ο Άλλος ήταν εκεί, γυμνός όπως είχε έρθει στον κόσμο. Κι αυτός ήταν εδώ, γυμνός όπως είχε έρθει στον κόσμο. Δεν μπορούσε να τραβήξει. Ήτανε και οι δυο γυμνοί. Δυο άνθρωποι γυμνοί. Γυμνοί από ρούχα. Γυμνοί από ονόματα. Γυμνοί από εθνικότητα. Γυμνοί από τον χακί εαυτό τους. Δεν μπορούσε να τραβήξει. Το ποτάμι δεν τους χώριζε τώρα, αντίθετα τους ένωνε. Δεν μπορούσε να τραβήξει. Ο Άλλος είχε γίνει ένας άλλος άνθρωπος τώρα, χωρίς άλφα κεφαλαίο, τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο».

Τούτο το διήγημα ήταν η απάντηση για μένα για το ποιος τελικά κερδίζει σε έναν πόλεμο. Κερδίζει ο άλλος άνθρωπος μέσα μας, ο άνθρωπος με το μικρό άλφα. Κερδίζει η υποβάθμιση της της αξίας της ανθρώπινης ζωής και ύπαρξης, τόσο του θύματος όσο και του θύτη. Μέσα μου βλέπω αυτόν τον φαντάρο που δεν τράβηξε την σκανδάλη, όχι να πεθαίνει μάταια, αλλά να πεθαίνει ένδοξα, παραμένωντας Άνθρωπος, με τίμημα την ζωή του, καθώς μια άλλη ζωή για αυτόν, δεν θα ήταν μια ζωή όπως την είχε ονειρευτεί και όπως του αξίζει.

Μαθητής ακόμα, είδα στο σινεμά τα «Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας», ταινία που πραγματεύεται το οδοιπορικό του Τσε Γκεβάρα στην Λατινική Αμερική. Θυμάμαι μετά το τέλος της ταινίας, να εντυπωσιάζομαι πολύ από τον φιγούρα του, ενθουσιαμός που εν μέρει ήταν απόρροια της σημερινής του φήμης. Όμως, είδα ότι παρόλο που βοήθησε στην αλλαγή του πολιτεύματος σε
 
μια χώρα, το έκανε με την χρήση όπλων, κάτι που το επέκρινα σθεναρά στον πατέρα μου και υποστήριζα σε συζητήσεις μας ότι μια τέτοια βία συνειδητά αποδεκτή, προμελετημένη και χρησιμοποιούμενη ως μέσο επίτευξης ενός αποτελέσματος, δεν μπορεί να είναι ποτέ δικαιολογημένη και πως ένα τέτοιο μονοπάτι εγώ δεν το διαλέγω. Στα φοιτητικά μου χρόνια πλέον, διαβάζοντας την βιογραφία του Γκάντι, συνειδητοποίησα ότι η πολιτική ανυπακοή και η μη βία, μπορούν να έχουν τεράστιο αντίκτυπο και αποτέλεσμα απέναντι σε βίαιες πρακτικές. Μπόρεσα να δω στην πράξη πως υπάρχουν μη βιαίοι τρόποι για να αντιταχθείς στην βία και με στιγμάτησε η απάντηση του Γκάντι στην ερώτηση του αν θα εισέβαλαν οι Ιάπωνες στην Ινδία κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και αν θα διατηρούσε την αρχή της μη βίας την στιγμή που θα πέθαιναν τόσοι άνθρωποι χωρίς να αντισταθούν. Απάντησε πως θα πέθαιναν άνθρωποι, όχι άβουλα, αλλά αντιστεκόμενοι στο καθεστώς, όχι στα χαρακώματα, αλλά με πρακτικές πολιτικής ανυπακοής και ότι δεν θα πέθαιναν περισσότεροι άνθρωποι με αυτήν την μέθοδο επίλυσης της διαμάχης, από ότι με την ένοπλη σύρραξη. Είδα λοιπόν ότι ο ηγέτης ενός τεράστιου λαού, διατήρησε την αρχή της μη βίας σε καταστάσεις ακραία βίαιες και παρέθεσε λύσεις διαφορετικές. Με δίδαξε μέσα από τις γραμμένες στο χαρτί σκέψεις του, ότι ο σκοπός δεν μπορεί να διαχωριστεί από τα μέσα. Η επίτευξη ενός αποτελέσματος καθορίζεται άρρηκτα από τον τρόπο της επίτευξης αυτής και ποτέ δεν μπορεί να οριστεί χωρίς την διαδικασία επίτευξης. Απομονώνοντας το αποτέλεσμα από τα μέσα, το μόνο που επιτυγχάνεται είναι δημιουργία δύο κενών εννοιών χωρίς υπόσταση.

Η πίστη μου όμως στην μη βία, εκφράζεται μέσα και από την μη βία απέναντι στο γυναικείο φύλλο. Ανέκαθεν θεωρούσα ότι η χρήση βίας σε πρόσωπα που δεν μπορούν να αμυνθούν από αυτήν, είναι έγκλημα, όχι τόσο με την ποινική έννοια της λέξης, αλλά την έννοιας της ηθικής παράβασης. Μεγαλώνοντας με μια μεγαλύτερη αδερφή και έχοντας πολλούς διαξιφισμούς ως παιδιά, ποτέ δεν την χτύπησα, μα ούτε και μου πέρασε από το μυαλό κάτι τέτοιο, όσο έντονη και αν ήταν η διαμάχη μας, πολύ πριν συνειδητά αποδεκτώ ότι μια τέτοια πράξη είναι λάθος. Αντίθετα, πάντα προετοιμαζόμουν να την υπερασπιστώ από καταστάσεις βίαιες, όχι ανταποδίδωντας την βία στον θύτη, αλλά μέσω του διαλόγου ή της απομάκρυνσης, όπως και έπραξα.

Αρχή η οποία χαρακτηρίζει τα υλικά της ύπαρξής μου, είναι η αγάπη, η θέληση, η λατρεία, η αναζήτηση της διαφορετικότητας. Η αναζήτηση και η γνωριμία με το διαφορετικό, δεν προέρχεται μόνο από την αιτιολόγησή της μέσω σκέψεων, αλλά και εδώ προέρχεται από μια λαχτάρα που αναβλύζει από την ψυχή μου. Είναι μια συγκίνηση και ένα συναίσθημα ολοκλήρωσης που με κυριεύει όταν γνωρίσω στην ουσία του το διαφορετικό, όταν δω άλλες πτυχές αυτού του κόσμου άγνωστες και γίνω ένα μαζί τους, καταλαβαίνοντας ότι και αυτές οι πτυχές είναι δικές μου, μα απλά δεν τις είχα προσέξει. Η καλλιέργεια αυτής της λατρείας του διαφορετικού προήλθε από τον σεβασμό που διδάχτηκα προς το διαφορετικό και από την οικογένειά μου και από την ευρύτερη παιδεία που μου δώθηκε. Έχοντας γονείς και συγγενείς που ταξίδευαν και ταξιδεύουν συχνά, μεγάλωσα ακούγοντας ιστορίες για συνανθρώπους μου με άλλες γλώσσες και συνήθειες. Παίρνοντας δώρα από μακρινά μέρη, ανυπομονούσα να ταξιδέψω και εγώ. Μεγαλώνοντας με φίλους Αλβανούς, σε μια εποχή που κάτι τέτοιο για αρκετές οικογένειες φάνταζε στο ελάχιστο «περίεργο» και βλέποντας τον πατέρα μου να έχει πολλούς Τούρκους φίλους λόγω της ενασχόλησής του με την ανατολίτικη μουσική, δημιουργήθηκαν μέσα μου σκέψεις και συναισθήματα ώστε να μην διαχωρίζω τους ανθρώπους. Από μικρός σε συζητήσεις πάντοτε υποστήριζα την συμφιλίωση των λαών. Έχοντας ταξιδέψει σε Ευρώπη και Λατινική Αμερική μέχρι σήμερα και διαμένοντας ως φιλοξενούμενος σε σπίτια ντόπιων, έχω σκοπό ζωής μου είναι να χορτάσω αυτήν την διαφορετικότητα και να γίνω πολίτης του κόσμου. Θεωρώ χρέος μου απέναντι στις επόμενες γενιές να φέρω έρθω πιο κοντά στο διαφορετικό, οποιοδήποτε διαφορετικό, και να συμφιλιωθώ μαζί του, όχι να το απομακρύνω από μένα. Ένα βίωμά μου που επιβεβαιώνει την λατρεία μου για το διαφορετικό και την αξία που του δίνω στην ζωή μου είναι πως όταν ήμουν έφηβος και έκανα τις πρώτες μου σκέψεις πάνω στο θέμα της ομοφυλοφυλίας, πίστευα πως οι άνθρωποι των οποίων η σεξουαλικότητα απέκλινε από αυτά που ορίζει η ετεροκανονικότητα, ήταν άρρωστοι και έπρεπε να τους δοθεί θεραπεία, αντίληψη που επικρατούσε στον επιστημονικό κόσμο
 
των αρχών του 20ου αιώνα. Διαβάζοντας περισσότερα πράγματα, σήμερα να είμαι πεποισμένος ότι η ετεροκανονικότητα είναι μια λανθασμένη αντίληψη. Αυτοπροσδιοριζόμενος ως ετεροφυλόφιλος και μη έχοντας σεξουαλικές ορμές για το ίδιο φύλο, υποστηρίζω σθεναρά την ισότητα των ανθρώπων ανεξάρτητα των σεξουαλικών προτιμήσεών τους. Η ανάγκη μου να αγκαλιάσω αυτήν την μερίδα των συνανθρώπων μου που τόσο διαφέρουμε, αλλά τόσο ίδιοι είμαστε, με οδήγησε στο να φιλήσω άτομο του ίδιου φύλου, αν και ανέκαθεν η φαντασίωση μιας τέτοιας πράξης μου προκαλεί το ακριβώς αντίθετο από σεξουαλική διέγερση, καθαρά και μόνο για τον εναγκαλισμό αυτόν της διαφορετικότητας, αλλά και της απόδειξης προς τον εαυτό μου ότι στέκομαι δίπλα έμπρακτα στο διαφορετικό. Αγαπάω το διαφορετικό, γιατί αυτό με προσδιορίζει και με ξεχωρίζει στα μάτια τα δικά μου και των συνανρθώπων μου.

Η αρχή της αλληλεγγύης που με διέπει εκφράζεται μέσα από τις πολιτικές μου πεποιθήσεις και από τις πράξεις μου. Καθώς η μητέρα μου είχε μικρή οικονομική ευχέρεια από την δική της οικογένεια, μεγάλωσα βλέποντάς την να βοηθάει γείτονες που το είχαν ανάγκη. Ο πατέρας μου, ως ιατρός, με δίδαξε ότι η αλληλεγγύη δεν μπορεί να έχει κριτήρια και όταν κάποιος έχει ανάγκη κάνεις ότι μπορείς. Αλληλεγγύη όμως διδάχτηκα και από το σχολείο, όπου στο νηπιαγωγείο είχαμε παρουσιάσει ένα θεατρικό όπου υποδυόμουν τον Γιατρό Χωρίς Σύνορα, η πρώτη μου επαφή με ανθρωπιστικές μη κυβερνητικές οργανώσεις. Ως φοιτητής ήμουν δωρητής στους ΓΧΣ για κάποια χρόνια, έχω δωρίσει πολλά ρούχα μου στο Χαμόγελο του Παιδιού και σε εθελοντικές προσπάθειες στήριξης άπορων, έχω δωρίσει φάρμακα σε κοινωνικά φαρμακεία, έχω χαρίσει πράγματά μου σε ανθρώπους που τα είχαν περισσότερο ανάγκη, έχω παρακολουθήσει σεμινάρια πρώτων βοηθειών από τον Ερυθρό Σταυρό, ενώ πρόσφατα βρήκα δουλειά στην μη κυβερνητική οργάνωση PRAKSIS που έχει ως σκοπό την προστασία και κοινωνική ενσωμάτωση αλλοδαπών ανηλίκων που έχουν έρθει από χώρες που μαστίζονται από πόλεμο, φτώχεια ή απολυταρχικά καθεστώτα, σε μία περίοδο όπου το κύμα μετακίνησης ανθρώπων στην Ευρώπη είναι το μεγαλύτερο από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Οι λόγοι για τους οποίους δηλώνω συνειδητά και υπεύθυνα ότι δεν μπορώ να ενταχθώ σε μηχανισμούς που αποσκοπούν και αναδυκνείουν την χρήση προμελετημένης βίας που υποβαθμίζει την ανθρώπινη ύπαρξη ως μέσο επίλυσης διαφωνιών έιναι ότι:

  • αδυνατώ και αρνούμαι να υποβαθμίσω και να κατακερματίσω την συνείδησή μου
  • αδυνατώ και αρνούμαι να δεχτώ πως οποιαδήποτε μορφή βίας που υποβαθμίζει την αξία της ανθρώπινης ύπαρξης για οποιοδήποτε λόγο, μπορεί να δικαιολογηθεί
  • αδυνατώ και αρνούμαι να επιβάλλω με οποιονδήποτε τρόπο την κυριαρχία μου σε άλλη ανρθώπινη ύπαρξη
  • αδυνατώ και αρνούμαι να μην αγαπήσω και να σεβαστώ το διαφορετικό
  • αδυνατώ και αρνούμαι να στερήσω την ελευθερία σε άλλο ανθρώπινο ον
  • αδυνατώ και αρνούμαι να αναθρέψω και να μεταλαμπαδέψω την αξία της ανθρώπινης ζωής σε ένα ανθρώπινο ον που θα νιώθω ως συνέχειά μου, όταν θα έχω συνειδητά αποδεκτεί πρακτικές που την εκμηδενίζουν
  • αδυνατώ και αρνούμαι να μην προσπαθώ να γίνω Άνθρωπος
  • αδυνατώ και αρνούμαι να μην φανώ αλληλέγγυος απέναντι στον συνάνθρωπό μου

Ευελπιστώ να έχω εκφράσει με τον γραπτό μου λόγο τις βαθύτατες πεποιθήσεις της συνείδησής μου και τα πραγματικά θεμέλια της ψυχής μου, ώστε να γίνουν αντιληπτές από τους αναγνώστες αυτής της δήλωσης, όπως τις αισθάνομαι εγώ με όλο το βάρος που τις διέπει.

Μιχάλης Πιταροκοίλης

Ημερομηνία: 
Δευτέρα, November 21, 2016