Απόφαση ΣΤΕ για δικαίωμα στην Αντίρρηση Συνείδησης κατά τη διάρκεια της θητείας...

*ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ *

*Δικαστήριο: * *ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ*
*Τόπος: * *ΑΘΗΝΑ* *Αριθ.
Απόφασης: * *1845* *Έτος: * *2007*
------------------------------
*Περίληψη*

Το άρθρο 18 Ν. 2510/1997, ερμηνευόμενο σύμφωνα προς τα άρθρα 9 και 14 Ε.Σ.Δ.Α., έχει την έννοια ότι η ένοπλη υπηρεσία σε ελληνικές ή αλλοδαπές ένοπλες δυνάμεις αποτελεί κώλυμα υπαγωγής στους αντιρρησίες συνείδησης *μόνο
αν λάβει χώρα κατά το χρονικό διάστημα που ο ενδιαφερόμενος έχει ενστερνισθεί τις πεποιθήσεις που εμποδίζουν την εκπλήρωση ένοπλης θητείας*.

------------------------------
*Κείμενο Απόφασης*

Αριθμός 1845/2007

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ ΣΤ΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις
4 Δεκεμβρίου 2006, με την εξής σύνθεση: Θ. Χατζηπαύλου, Αντιπρόεδρος,Πρόεδρος του ΣΤ΄ Τμήματος, Γ. Παπαμεντζελόπουλος, Θ. Παπαευαγγέλου, Στ. Χαραλάμπους, K. Ευστρατίου, Σύμβουλοι, Β. Πλαπούτα, Φ. Γιαννακού, Πάρεδροι. Γραμματέας η Β. Ραφαηλάκη, Γραμματέας του ΣΤ΄ Τμήματος.

Για να δικάσει την από 19 Απριλίου 2004 αίτηση:

του Κ Κ του Γ, κατοίκου Θεσσαλονίκης, οδός Π αρ. *, ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Τιμόθεο Σιγάλα (Α.Μ. 2459), που τον διόρισε με πληρεξούσιο, κατά του Υπουργού Εθνικής ΄Αμυνας, ο οποίος παρέστη με τον Γεώργιο Ανδρέου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να
ακυρωθεί η υπ' αριθμ.
Φ.429.39/3/3957/Σ.112/25.2.2004 απόφαση του
Στρατολογικού Γραφείου Α΄
Θεσσαλονίκης και κάθε άλλη σχετική πράξη ή
παράλειψη της Διοικήσεως.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της
εκθέσεως της Εισηγήτριας, Παρέδρου Φ.
Γιαννακού.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον
πληρεξούσιο του αιτούντος, ο οποίος
ανέπτυξε και προφορικά τους
προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε
να
γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο
του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την
απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο
συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του
δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α
φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την κρινομένη αίτηση έχει
καταβληθεί το νόμιμο παράβολο
(1792401, 1792402, 1792409/20.4.2004 ειδικά γραμμάτια
παραβόλου, σειράς Α΄).
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται,
εμπροθέσμως και εν γένει παραδεκτώς,
η ακύρωση της Φ.429.39/3/3957/Σ.112/25.2.2004 αποφάσεως
του Α΄ Στρατολογικού
Γραφείου Θεσσαλονίκης, με την οποία
απορρίφθηκε αίτημα του αιτούντος να
εκπληρώσει εναλλακτική πολιτική κοινωνική
υπηρεσία σύμφωνα με το ν.
2510/1997.

3. Επειδή, η υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση
στην επταμελή σύνθεση του
Τμήματος κατόπιν της 2472/2006 παραπεμπτικής
αποφάσεως του Τμήματος υπό
πενταμελή σύνθεση.

4. Επειδή, στο άρθρο 4 του Συντάγματος
ορίζεται ότι: «1. Οι Έλληνες είναι
ίσοι ενώπιον του νόμου. 2. … 6. Κάθε Έλληνας
που μπορεί να φέρει όπλα είναι
υποχρεωμένος να συντελεί στην άμυνα της
Πατρίδας, σύμφωνα με τους ορισμούς
των νόμων. 7. …». Με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της
Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής (Α΄
84/17.4.2001) προστέθηκε στο άρθρο αυτό
ερμηνευτική δήλωση, κατά την οποία:
«Η διάταξη της παραγράφου 6 δεν αποκλείει
να προβλέπεται με νόμο η
υποχρεωτική προσφορά άλλων υπηρεσιών,
εντός ή εκτός των ενόπλων δυνάμεων
(εναλλακτική θητεία), από όσους έχουν
τεκμηριωμένη αντίρρηση συνείδησης για
την εκτέλεση ένοπλης ή γενικά στρατιωτικής
υπηρεσίας». Επίσης, στο άρθρο 13
ορίζεται ότι: «1. Η ελευθερία της
θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη.
Η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών
δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις
θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός. ... 4.
Κανένας δεν μπορεί, εξαιτίας των
θρησκευτικών του πεποιθήσεων, να απαλλαγεί
από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων
προς το Κράτος ή να αρνηθεί να συμμορφωθεί
προς τους νόμους».

5. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 4 της,
κυρωθείσης με το ν.δ. 53/1974 (Α΄
256), Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία
των δικαιωμάτων του ανθρώπου
και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ),
ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι: «1.
Ουδείς δύναται να κρατηθή εις δουλείαν ή
ειλωτείαν. 2. Ουδείς δύναται να
υποχρεωθή εις αναγκαστικήν ή υποχρεωτικήν
εργασίαν. 3. Δεν θεωρείται ως
'αναγκαστική ή υποχρεωτική εργασία' υπό την
έννοιαν του παρόντος άρθρου: α)
... β) πάσα υπηρεσία στρατιωτικής φύσεως ή,
εις την περίπτωσιν των εχόντων
αντιρρήσεις συνειδήσεως εις τας χώρας όπου
τούτο αναγνωρίζεται ως νόμιμον,
πάσα άλλη υπηρεσία εις αντικατάστασιν της
υποχρεωτικής στρατιωτικής
υπηρεσίας. γ) ... δ) ...». Εξάλλου, στο άρθρο 9
παρ. 1 της ίδιας Συμβάσεως
ορίζεται ότι: «Παν πρόσωπον δικαιούται εις
την ελευθερίαν σκέψεως,
συνειδήσεως και θρησκείας. Το δικαίωμα
τούτο επάγεται την ελευθερίαν αλλαγής
θρησκείας ή πεποιθήσεων, ως και την
ελευθερίαν εκδηλώσεως της θρησκείας ή
των πεποιθήσεων μεμονωμένως ή συλλογικώς,
δημοσία ή κατ' ιδίαν, διά της
λατρείας, της παιδείας και της ασκήσεως των
θρησκευτικών καθηκόντων και
τελετουργιών». Περαιτέρω, στο άρθρο 10 παρ. 1
της ως άνω Συμβάσεως
προβλέπεται ότι: «Παν πρόσωπον έχει
δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως.
Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την
ελευθερίαν γνώμης ως και την ελευθερίαν
λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών,
άνευ επεμβάσεως δημοσίων αρχών και
ασχέτως συνόρων ...», ενώ, σύμφωνα με το
άρθρο 14, «Η χρήσις των
αναγνωριζομένων εν τη παρούση Συμβάσει
δικαιωμάτων και ελευθεριών δέον να
εξασφαλισθή ασχέτως διακρίσεως φύλου,
φυλής, χρώματος, γλώσσης, θρησκείας,
πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή
κοινωνικής προελεύσεως, συμμετοχής
εις εθνικήν μειονότητα, περιουσίας,
γεννήσεως ή άλλης καταστάσεως».
Αντίστοιχες διατάξεις περιέχονται και στα
άρθρα 8, 18, 19 και 26 του,
κυρωθέντος με το ν. 2462/1997 (Α΄ 25), Διεθνούς
Συμφώνου για τα ατομικά και
πολιτικά δικαιώματα που υιοθετήθηκε από τη
Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων
Εθνών στη Νέα Υόρκη στις 16 Δεκεμβρίου 1966.

6. Επειδή, στο άρθρο 18 του ν. 2510/1997 (Α' 136), ήδη
άρθρο 53 του
κωδικοποιητικού π.δ/τος 292/2003 (Α΄ 248),
ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Όσοι
επικαλούνται τις θρησκευτικές ή
ιδεολογικές τους πεποιθήσεις προκειμένου
να
μην εκπληρώσουν τις στρατιωτικές τους
υποχρεώσεις για λόγους συνείδησης,
μπορεί να αναγνωρίζονται ως αντιρρησίες
συνείδησης, σύμφωνα με τις διατάξεις
των επομένων άρθρων. 2. Οι λόγοι συνείδησης
της προηγουμένης παραγράφου
θεωρούνται ότι έχουν σχέση με μία γενική
αντίληψη περί ζωής, βασισμένη σε
συνειδητές θρησκευτικές, φιλοσοφικές ή
ηθικές πεποιθήσεις που εφαρμόζονται
από το άτομο απαράβατα και εκδηλώνονται με
τήρηση ανάλογης συμπεριφοράς. 3.
Οι αντιρρησίες συνείδησης καλούνται να
προσφέρουν είτε άοπλη στρατιωτική
θητεία είτε εναλλακτική πολιτική
κοινωνική υπηρεσία, σύμφωνα με τις
διατάξεις του νόμου αυτού. 4. *Δεν
χαρακτηρίζονται ως αντιρρησίες συνείδησης
και δεν υπάγονται στις σχετικές διατάξεις*:
α) Όσοι έχουν υπηρετήσει ενόπλως
για οσοδήποτε χρονικό διάστημα στις
Ελληνικές ή ξένες ένοπλες δυνάμεις ή στα
Σώματα Ασφαλείας. β) Όσοι έχουν λάβει άδεια
οπλοφορίας ή έχουν ζητήσει να
τους χορηγηθεί τέτοια άδεια, καθώς και όσοι
συμμετέχουν σε μεμονωμένες ή
συλλογικές δραστηριότητες σκοπευτικών
αγώνων, κυνηγίου κ.λπ., οι οποίες
έχουν άμεση σχέση με τη χρήση όπλων. γ) Όσοι
έχουν καταδικαστεί ή εκκρεμεί
σε βάρος τους ποινική δίωξη για έγκλημα που
έχει σχέση με τη χρήση όπλων,
πυρομαχικών ή παράνομης βίας». Εξάλλου, στο
άρθρο 20 του ίδιου νόμου, ήδη
άρθρο 55 του π.δ/τος 292/2003, ορίζεται ότι: «1. Η
υπαγωγή των αντιρρησιών
συνείδησης στις διατάξεις του νόμου αυτού
και η κατά περίπτωση διάθεσή τους
στους φορείς του δημόσιου τομέα για
εναλλακτική υπηρεσία ή η κατάταξή τους
στις Ένοπλες Δυνάμεις για άοπλη θητεία,
γίνεται με απόφαση του Υπουργού
Εθνικής ʼμυνας, ύστερα από γνωμοδότηση
ειδικής επιτροπής, που εξετάζει τη
συνδρομή των προϋποθέσεων αναγνώρισης των
ενδιαφερομένων ως αντιρρησιών
συνείδησης είτε μέσα από τα δικαιολογητικά
που υποβάλλουν είτε και
αυτοπροσώπως, εφόσον τούτο απαιτείται …».
Περαιτέρω, με το άρθρο 22 του
νόμου αυτού, ήδη άρθρο 57 του π.δ/τος 292/2003,
ορίζεται ότι: «1. Με απόφαση
του Υπουργού Εθνικής ʼμυνας, που
δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της
Κυβερνήσεως, καθορίζονται τα
δικαιολογητικά και οι προθεσμίες κατάθεσής
τους, ο χρόνος σύγκλησης και ο τρόπος
λειτουργίας της ειδικής επιτροπής, η
διαδικασία υπαγωγής και κατάταξης, ο
τρόπος στρατολογικής παρακολούθησης,
καθώς και κάθε λεπτομέρεια αναγκαία για
την εφαρμογή των σχετικών με τους
αντιρρησίες συνείδησης διατάξεων του
νόμου αυτού. 2. …». Κατ' επίκληση της
διατάξεως αυτής εκδόθηκε η Φ.420/202/57.842
Σ.868/12.12.1997 απόφαση του
Υπουργού Εθνικής ʼμυνας (Β' 1117), η οποία
ορίζει στο άρθρο 1 τα ακόλουθα:
«1. Για την εξέταση των αιτημάτων
αναγνώρισής τους ως αντιρρησιών
συνείδησης, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του
ν. 2510/97, οι ενδιαφερόμενοι
καταθέτουν στο αρμόδιο Στρατολογικό
Γραφείο τα εξής δικαιολογητικά: α.
Αίτηση, στην οποία αναφέρουν τα πλήρη
ληξιαρχικά τους στοιχεία, τη διεύθυνση
διαμονής τους, το είδος της υπηρεσίας που
επιλέγουν να εκπληρώσουν (άοπλη
θητεία ή εναλλακτική πολιτική – κοινωνική
υπηρεσία), καθώς και τις
γραμματικές και επαγγελματικές τους
γνώσεις. β. Υπεύθυνη δήλωση του ν.
1599/86, στην οποία δηλώνουν τους λόγους που
επικαλούνται για να
αναγνωρισθούν ως αντιρρησίες συνείδησης,
ότι δεν έχουν υπηρετήσει στα Σώματα
Ασφάλειας ή στις Ελληνικές ή ξένες ένοπλες
δυνάμεις, και ότι δεν συμμετέχουν
σε μεμονωμένες ή συλλογικές
δραστηριότητες σκοπευτικών αγώνων,
κυνηγίου κτλ.
οι οποίες έχουν άμεση σχέση με τη χρήση
όπλων. Η δήλωση αυτή μπορεί να
συνοδεύεται από οποιαδήποτε άλλα έγγραφα
στοιχεία, τα οποία είτε ενισχύουν
είτε διευκρινίζουν τους ισχυρισμούς του
ενδιαφερομένου. γ. Έγγραφα στοιχεία
των αρμοδίων Αρχών από τα οποία να
προκύπτει ότι δεν κατέχουν άδεια
οπλοφορίας ή κυνηγίου, ούτε έχουν ζητήσει
να τους χορηγηθούν τέτοιες άδειες,
καθώς και ότι δεν έχουν καταδικαστεί ούτε
διώκονται για έγκλημα, που έχει
σχέση με χρήση όπλων, πυρομαχικών ή
παράνομη βία. 2. Τα παραπάνω
δικαιολογητικά κατατίθενται στο αρμόδιο
Στρατολογικό Γραφείο μέσα σε
αποκλειστικές προθεσμίες, ως εξής: α. Από
τους στρατευσίμους: Από την
ημερομηνία πρόσκλησής τους για κατάταξη
στις Ένοπλες Δυνάμεις, μέχρι την
ημερομηνία που υποχρεούνται για κατάταξη
σ' αυτές… 3. Δεν γίνονται δεκτά
αιτήματα που υποβάλλονται μετά την
κατάταξη των ενδιαφερομένων στις Ένοπλες
Δυνάμεις ή αιτήματα που υποβάλλονται για
δεύτερη φορά μετά την απόρριψη
προηγούμενου όμοιου. 4. Εφόσον δεν
υποβάλλονται δικαιολογητικά ή εφόσον από
τα υποβαλλόμενα δικαιολογητικά ή από τα
υπάρχοντα στα Στρατολογικά Γραφεία
στοιχεία προκύπτει ότι ο ενδιαφερόμενος
εμπίπτει σε κάποια από τις
περιπτώσεις της παραγράφου 4 του άρθρου 18
του ν. 2510/97, το αίτημα
απορρίπτεται από το αρμόδιο Στρατολογικό
Γραφείο. Ομοίως απορρίπτεται το
αίτημα στις περιπτώσεις, που από τα
υποβαλλόμενα δικαιολογητικά, δεν
αποδεικνύεται ότι οι ενδιαφερόμενοι δεν
εμπίπτουν στις περιπτώσεις της
παραγράφου 4 του άρθρου 18 του ν. 2510/97».

7. Επειδή, οι ως άνω διατάξεις των άρθρων 18
και 20 παρ. 1 του ν. 2510/1997
(άρθρα 53 και 55 παρ. 1 του π.δ/τος 292/2003), με τις
οποίες προσδιορίζονται
οι λόγοι αντιρρήσεως συνειδήσεως που
δικαιολογούν την απαλλαγή από την
υποχρέωση εκπληρώσεως ένοπλης θητείας,
καθορίζονται εξαιρέσεις από την
υπαγωγή στις διατάξεις του νόμου αυτού
περί αντιρρησιών συνειδήσεως λόγω της
συνδρομής περιστατικών από τα οποία
προκύπτει έλλειψη των ανωτέρω λόγων
αντιρρήσεως συνειδήσεως και θεσπίζεται
ειδική διοικητική διαδικασία για τον
έλεγχο της συνδρομής των κατά τα ανωτέρω
λόγων απαλλαγής, είναι σύμφωνες με
τις μνημονευθείσες συνταγματικές
διατάξεις, με τις οποίες επιτρέπεται, αντί
της ένοπλης ή εν γένει της στρατιωτικής
υπηρεσίας, να προβλέπεται από τον
κοινό νομοθέτη η υποχρεωτική προσφορά
άλλων υπηρεσιών εκ μέρους εκείνων που
έχουν «τεκμηριωμένη» αντίρρηση
συνειδήσεως. Είναι δε περαιτέρω σύμφωνες
και
με τις προμνησθείσες διατάξεις των διεθνών
συμβάσεων, με τις οποίες
επιτρέπεται στον κοινό νομοθέτη να
λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για τη
διαπίστωση της ειλικρίνειας και
σοβαρότητας των λόγων αντιρρήσεως
συνειδήσεως, των οποίων γίνεται επίκληση,
προκειμένου να χορηγηθεί απαλλαγή
από την υποχρέωση εκπληρώσεως ένοπλης
θητείας (πρβλ. ΣτΕ 3885/2002 7μ.,
526/2001 7μ.).

8. Επειδή, περαιτέρω, οι διατάξεις της
ανωτέρω υπουργικής αποφάσεως, οι
οποίες θεσπίζουν την αρμοδιότητα των κατά
τόπους αρμοδίων στρατολογικών
γραφείων να απορρίπτουν αιτήσεις υπαγωγής
στο καθεστώς των αντιρρησιών
συνειδήσεως λόγω μη υποβολής των αναγκαίων
δικαιολογητικών ή εφόσον από τα
υποβαλλόμενα δικαιολογητικά ή από τα
υπάρχοντα στα στρατολογικά γραφεία
στοιχεία είτε προκύπτει ότι ο
ενδιαφερόμενος εμπίπτει είτε δεν
αποδεικνύεται
ότι δεν εμπίπτει σε κάποια από τις
περιπτώσεις της παραγράφου 4 του άρθρου
18 του ν. 2510/1997, ευρίσκουν έρεισμα στην
προαναφερθείσα εξουσιοδοτική
διάταξη του άρθρου 22 του ν. 2510/1997 και τελούν
σε αρμονία με τον κανόνα
του άρθρου 17 παρ. 1 του ίδιου νόμου, ήδη
άρθρο 47 παρ. 1 του π.δ/τος
292/2003, σύμφωνα με τον οποίο η αρμοδιότητα
για στρατολογικά θέματα ανήκει
καταρχήν στα στρατολογικά γραφεία και,
εφόσον περιορίζουν την αρμοδιότητα
αυτή στη φάση καταρτίσεως του φακέλου του
ενδιαφερομένου, δεν μπορεί να
θεωρηθεί ότι αναιρούν την κατ' άρθρο 22 παρ. 1
του ν. 2510/1997 αποκλειστική
αρμοδιότητα του Υπουργού Εθνικής ʼμυνας,
να αποφαίνεται για τη συνδρομή των
ουσιαστικών προϋποθέσεων υπαγωγής των
ενδιαφερομένων στις διατάξεις περί
αντιρρησιών συνειδήσεως κατόπιν
εισηγήσεως της Επιτροπής του άρθρου 20 του
ν. 2510/1997. 9. *Επειδή, περαιτέρω, η διάταξη της
περ. α΄ της παρ. 4 του
άρθρου 18 του ν. 2510/1997, ερμηνευόμενη σύμφωνα
με τις προαναφερθείσες
διατάξεις των άρθρων 9 και 14 της Ευρωπαϊκής
Συμβάσεως για την προστασία των
δικαιωμάτων του ανθρώπου και των
θεμελιωδών ελευθεριών και των άρθρων 18 και
26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και
πολιτικά δικαιώματα, έχει την
έννοια ότι η ένοπλη υπηρεσία στις
ελληνικές ή αλλοδαπές Ένοπλες Δυνάμεις
αποτελεί κώλυμα υπαγωγής στις διατάξεις
του ν. 2510/1997 περί αντιρρησιών
συνειδήσεως, μόνον αν λάβει χώρα σε χρονικό
διάστημα που ο αιτούμενος την
υπαγωγή του στις διατάξεις αυτές είχε ήδη
ενστερνισθεί τις πεποιθήσεις που
τον εμποδίζουν στην εκπλήρωση ένοπλης
θητείας για λόγους συνειδήσεως.* Κατά
τη γνώμη, όμως, των Συμβούλων Θ.
Παπαευαγγέλου και Κ. Ευστρατίου, με την
οποία συντάχθηκε και η Πάρεδρος Φ.
Γιαννακού, ενόψει του ότι, σύμφωνα με τις
διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 6 του
Συντάγματος και της οικείας ερμηνευτικής
δηλώσεως, η υποχρέωση προς στράτευση είναι
καθολική, δεν καθιερώνεται δε
ούτε από τις διατάξεις του Συντάγματος
ούτε από τις διατάξεις της ΕΣΔΑ
ατομικό δικαίωμα απαλλαγής των ικανών να
φέρουν όπλα Ελλήνων από την
υποχρέωση προς στράτευση για λόγους
αντιρρήσεως συνειδήσεως (ΣτΕ 260/2004
7μ., 4508/2001 7μ.), η εξαιρετική αυτή δυνατότητα
είναι τότε μόνον
συνταγματικά ανεκτή όταν εδράζεται σε
«τεκμηριωμένη» αντίρρηση συνειδήσεως.
Τούτου έπεται ότι για την υπαγωγή στο
εξαιρετικό αυτό καθεστώς δεν αρκεί η
απλή επίκληση των «τύποις» θρησκευτικών
πεποιθήσεων του αιτουμένου την
υπαγωγή, διότι αυτό θα οδηγούσε σε
διακριτική μεταχείριση των οπαδών
ορισμένων θρησκειών έναντι των λοιπών, σε
αντίθεση προς τα άρθρα 4 παρ. 1
και 13 παρ. 4 του Συντάγματος. Αντιθέτως, για
την υπαγωγή στο εξαιρετικό
αυτό καθεστώς απαιτείται, εκτός από την
επίκληση των ως άνω θρησκευτικών και
λοιπών πεποιθήσεων, και η επίκληση και
απόδειξη ότι η όλη συμπεριφορά του
αιτουμένου την υπαγωγή τελεί σε αρμονία με
τις επικαλούμενες πεποιθήσεις, οι
οποίες θα δικαιολογούσαν καταρχήν την
εξαίρεσή του από τον κανόνα της
ένοπλης θητείας. Στο πλαίσιο αυτό η θέσπιση
από το νόμο τεκμηρίων, όπως η
προηγούμενη εκτέλεση στρατιωτικής
υπηρεσίας, η κατοχή αδείας οπλοφορίας ή
κυνηγίου κ.λπ., τα οποία αντιστοιχούν σε
συμπεριφορά η οποία είναι προφανώς
ασύμβατη, κατά την κοινή πείρα, με τους
λόγους συνειδήσεως που δικαιολογούν
την εξαίρεση από την υποχρέωση ένοπλης
θητείας, βρίσκεται σε αρμονία με τις
ανωτέρω διατάξεις, οι οποίες, ως
εξαιρετικές, πρέπει να ερμηνεύονται στενά.
Τούτου έπεται ότι κατά την έννοια του
άρθρου 18 παρ. 4 περ. α΄ του ν.
2510/1997, η προηγούμενη ένοπλη στρατιωτική
υπηρεσία του αιτουμένου την
υπαγωγή στις διατάξεις του νόμου περί
αντιρρησιών συνειδήσεως, οποτεδήποτε
και εάν έλαβε χώρα, αποκλείει την αποδοχή
του αιτήματος αυτού, δεδομένου ότι
από την εν λόγω ένοπλη στρατιωτική
υπηρεσία συνάγεται ότι δεν συντρέχουν οι
λόγοι συνειδήσεως που δικαιολογούν την
απαλλαγή από την υποχρέωση
εκπληρώσεως ένοπλης θητείας. Η ερμηνεία
αυτή των εν λόγω διατάξεων δεν
αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 9 και
14 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για
την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου
ούτε στις διατάξεις των άρθρων 18
και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά
και πολιτικά δικαιώματα ή στην
αρχή της αναλογικότητας, διότι με την
ερμηνεία αυτή δεν απαγορεύεται η
μεταβολή θρησκείας ή πεποιθήσεων ούτε
γίνεται διακριτική μεταχείριση των
αιτουμένων την υπαγωγή στις διατάξεις του
ν. 2510/1997 εξαιτίας της
μεταβολής των θρησκευτικών τους
πεποιθήσεων, αλλά σκοπείται μόνον ο
αποκλεισμός από την υπαγωγή στις εν λόγω
εξαιρετικές διατάξεις προσώπων, για
τα οποία, λόγω της προηγούμενης
συμπεριφοράς τους, συνάγεται ότι δεν
συντρέχουν οι λόγοι συνειδήσεως που
δικαιολογούν την απαλλαγή τους από την
εκπλήρωση ένοπλης θητείας.

10. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία
του φακέλου, ο αιτών, ο οποίος
γεννήθηκε το έτος 1970, εξαιρέθηκε στις 16.6.1989
από τις προσκλήσεις για
κατάταξη μέχρι 26.3.1998, ως προερχόμενος από
χώρα του τέως ανατολικού
συνασπισμού, ενώ στις 26.3.1993 παρατάθηκε η
εξαίρεσή του έως 31.12.2000.
Στις 28.1.2002 κατατάχθηκε στο 9ο ΣΠ και στις
29.1.2002 απολύθηκε προσωρινά
για λόγους υγείας. Στις 26.11.2002 κατατάχθηκε
στο ΚΕΜΧ και στις 27.11.2002
απολύθηκε και πάλι προσωρινά για λόγους
υγείας. Στις 16.2.2004 υπέβαλε
αίτηση στο αρμόδιο στρατολογικό γραφείο,
ζητώντας να εκπληρώσει εναλλακτική
πολιτική κοινωνική υπηρεσία, σύμφωνα με
τις διατάξεις του ν. 2510/1997, ως
αντιρρησίας συνειδήσεως, επικαλούμενος
τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις.
Μεταξύ των υποβληθέντων δικαιολογητικών
ήταν και το από 25.1.2004
πιστοποιητικό της Ελληνικής Εκκλησίας των
Χριστιανών Μαρτύρων του Ιεχωβά,
στο οποίο βεβαιώνεται ότι ο αιτών ανήκει
στο δόγμα αυτό από 5.11.2000. Στις
17.2.2004 ο αιτών κηρύχθηκε ανυπότακτος
εσωτερικού, επειδή δεν κατατάχθηκε
στο ΚΕΔΒ στις 16.2.2004. Ακολούθως, στις 25.2.2004
εκδόθηκε η ήδη
προσβαλλομένη πράξη του Α΄ Στρατολογικού
Γραφείου Θεσσαλονίκης, με την οποία
απορρίφθηκε η αίτησή του για την υπαγωγή
του στις διατάξεις περί αντιρρησιών
συνειδήσεως. Στο προοίμιο της αποφάσεως
αναφέρεται ότι ο αιτών υπηρέτησε
στρατιωτική θητεία στις Ένοπλες Δυνάμεις
της (τότε) Σοβιετικής Ενώσεως από
τον Δεκέμβριο του έτους 1988 έως τον
Δεκέμβριο του έτους 1990. Στο κείμενο
της αποφάσεως αναφέρονται, ως αιτιολογία
της απορρίψεως του αιτήματος του
αιτούντος, τα ακόλουθα: «*δεν πληρούνται οι
νόμιμες προϋποθέσεις… και
συγκεκριμένα επειδή υπηρετήσατε ενόπλως
σε ξένες Ένοπλες Δυνάμεις (όπως
δηλώνετε και ο ίδιος με την ως άνω αίτησή
σας) γεγονός το οποίο αποτελεί
ευθέως εκ του νόμου κώλυμα υπαγωγής σας
στις προαναφερθείσες διατάξεις*.
Εξάλλου, όπως είχε γίνει ήδη δεκτό και από
τη διοικητική δικαιοσύνη, το
παρεχόμενο από τις διατάξεις αυτές
δικαίωμα σε αναγνωριζόμενους ως
αντιρρησίες συνειδήσεως προς εκπλήρωση
πολιτικής – κοινωνικής υπηρεσίας δεν
αποτελεί συνταγματικώς κατοχυρωμένο
δικαίωμα και επομένως υφίσταται με τους
όρους και τις προϋποθέσεις του νόμου».
*Σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην
προηγούμενη σκέψη, η αιτιολογία αυτή δεν
είναι νόμιμη. Τούτο δε διότι,
εφόσον ο αιτών είχε υπηρετήσει ενόπλως
στις Ένοπλες Δυνάμεις της πρώην
Σοβιετικής Ενώσεως δέκα και πλέον χρόνια
πριν βαπτισθεί Χριστιανός Μάρτυρας
του Ιεχωβά, η υπηρεσία του αυτή δεν
αποτελεί, σύμφωνα με τις μνημονευθείσες
διατάξεις, λόγο αποκλεισμού του από την
υπαγωγή στις διατάξεις του ν.
2510/1997 περί αντιρρησιών συνειδήσεως,
προκειμένου να εκπληρώσει
εναλλακτική πολιτική κοινωνική υπηρεσία.*
Με τα δεδομένα δε αυτά, αρμόδιος
για την εξέταση του αιτήματός του ήταν ο
έχων το τεκμήριο της αρμοδιότητας
Υπουργός Εθνικής ʼμυνας κατόπιν
εισηγήσεως της Επιτροπής του άρθρου 20 του
ν. 2510/1997 και, επομένως, η προσβαλλομένη
πράξη εκδόθηκε αναρμοδίως από το
Α΄ Στρατολογικό Γραφείο Θεσσαλονίκης. Κατά
τη γνώμη, όμως, των Συμβούλων Θ.
Παπαευαγγέλου και Κ. Ευστρατίου, με την
οποία συντάχθηκε και η Πάρεδρος Φ.
Γιαννακού, εφόσον, όπως προκύπτει από τα
στοιχεία του φακέλου και τις
απόψεις της Διοικήσεως προς το Δικαστήριο,
ο αιτών είχε υπηρετήσει στις
Ένοπλες Δυνάμεις της (τότε) Σοβιετικής
Ενώσεως από το Δεκέμβριο του έτους
1988 έως το Δεκέμβριο του έτους 1990, το αίτημά
του περί αναγνωρίσεώς του ως
αντιρρησία συνειδήσεως δεν εδράζεται στην
αξιούμενη από το Σύνταγμα
«τεκμηριωμένη» αντίρρηση συνειδήσεως και
είναι απορριπτέο σύμφωνα με τη ρητή
διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 περ. α΄ του ν.
2520/1997. Εξάλλου, η μεταβολή
των θρησκευτικών πεποιθήσεων του
αιτούντος στις 5.11.2000, ήτοι ολίγο χρόνο
πριν από τη λήξη της εξαιρέσεώς του από τις
προσκλήσεις για κατάταξη
(31.12.2000), μόνον ως προσχηματική δύναται να
νοηθεί. Κατά συνέπεια,
σύμφωνα με την άποψη αυτή, το αίτημα του
αιτούντος περί αναγνωρίσεώς του ως
αντιρρησία συνειδήσεως έπρεπε να
απορριφθεί για τον ως άνω τυπικό λόγο, και,
επομένως, αρμοδίως και νομοτύπως εκδόθηκε
η προσβαλλομένη από το αρμόδιο
κατά τόπο Στρατολογικό Γραφείο και όχι από
τον Υπουργό Εθνικής ʼμυνας μετά
γνώμη της Ειδικής Επιτροπής του άρθρου 20
του ν. 2510/1997.

11. Επειδή, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην
προηγούμενη σκέψη, κατά την
πλειοψηφούσα γνώμη, πρέπει να γίνει δεκτή η
κρινομένη αίτηση για τον ως άνω
λόγο ακυρώσεως, που προβάλλεται βασίμως, να
ακυρωθεί η
Φ.429.39/3/3957/Σ.112/25.2.2004 απόφαση του Α΄
Στρατολογικού Γραφείου
Θεσσαλονίκης και η υπόθεση να αναπεμφθεί
σε αυτό, το οποίο πρέπει να
μεριμνήσει για την εξέταση του αιτήματος
του αιτούντος από τον Υπουργό
Εθνικής ʼμυνας μετά γνώμη της Ειδικής
Επιτροπής του 20 του ν. 2510/1997.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Δέχεται την υπό κρίση αίτηση.

Ακυρώνει την Φ. 429.39/3/3957/Σ.112/25.2.2004 απόφαση
του Α΄ Στρατολογικού
Γραφείου Θεσσαλονίκης, στο οποίο αναπέμπει
την υπόθεση κατά το σκεπτικό.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου και

Επιβάλλει στο καθ' ου Ελληνικό Δημόσιο τη
δικαστική δαπάνη του αιτούντος και
των δύο βαθμών, η οποία ανέρχεται σε χίλια
τριακόσια ογδόντα (1380) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 11
Δεκεμβρίου 2006 και η απόφαση
δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 28ης
Ιουνίου 2007.

Ο Πρόεδρος του ΣΤ΄ Τμήματος Η Γραμματέας
του ΣΤ΄ Τμήματος

Θ. Χατζηπαύλου Β. Ραφαηλάκη

------------------------------
*Πρόεδρος: * Θ. Χατζηπαύλου *Εισηγητές: * Φ.
Γιαννακού

Ημερομηνία: 
Τρίτη, March 3, 2009